Καρκινική καχεξία: Απειλή για τους ογκολογικούς ασθενείς

Ο όρος καρκινική καχεξία χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά πριν από περίπου 30 χρόνια. Η ετυμολογία της λέξης “καχεξία” είναι “κακός” και “έξις”, που σημαίνει κακή κατάσταση.
Αρχικά, η καρκινική καχεξία χρησιμοποιήθηκε για να περιγράψει σε ένα σύνδρομο το οποίο συναντάται πολύ συχνά στους ογκολογικούς ασθενείς και τα βασικά χαρακτηριστικά του γνωρίσματα είναι η ανορεξία, ο πρόωρος κορεσμός, η απώλεια βάρους και μυϊκής μάζας, η αναιμία και τα οιδήματα. Από τότε, αρκετοί ορισμοί έχουν δοθεί για να περιγράψουν την καρκινική καχεξία, ενώ η συστηματική φλεγμονώδης απάντηση μπήκε ως ένα από τα κριτήρια διάγνωσης του συνδρόμου.
Το 2011 δημοσιεύθηκε ένας νέος ορισμός για την καρκινική καχεξία, στον οποίο η απώλεια βάρους σταμάτησε να αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση. Πιο συγκεκριμένα, ως καρκινική καχεξία ορίστηκε ένα πολυπαραγοντικό σύνδρομο, που χαρακτηρίζεται από απώλεια μυϊκής μάζας, ανεξαρτήτως αν υπάρχει απώλεια λιπώδους ιστού, το οποίο είναι αδύνατο να αναστραφεί πλήρως με μία συμβατική διατροφική υποστήριξη και οδηγεί σε προοδευτική δυσλειτουργία. Αρνητικό πρωτεϊνικό και ενεργειακό ισοζύγιο είναι γνωρίσματα του συνδρόμου, τα οποία οφείλονται σε συνδυασμό χαμηλής ενεργειακής πρόσληψης και διαταραγμένου μεταβολισμού.
Στις αιτίες χαμηλής ενεργειακής πρόσληψης συγκαταλέγονται η μείωση της λήψης τροφής και η δυσαπορρόφηση θρεπτικών συστατικών. Σε μειωμένη λήψη τροφής οδηγούν ορισμένα από τα συμπτώματα-επιπλοκές της θεραπείας, είτε χειρουργικής επέμβασης, είτε χημειοθεραπείας, είτε ακτινοβολίας. Τα συνηθέστερα από αυτά είναι η ανορεξία, ο πόνος και η ενόχληση κατά τη μάσηση και την κατάποση, η ξηροστομία, οι ναυτίες και οι εμετοί, τα έλκη στο στόμα και οι στοματίτιδες. Πολλές φορές ο ίδιος ο όγκος είναι και η αιτία που οι ασθενείς μειώνουν την πρόσληψη τροφής, αφού μπορεί να προκαλεί μηχανική απόφραξη του γαστρεντερικού σωλήνα. Επιπλέον προβλήματα, όπως η κατάθλιψη, αλλά και οδοντιατρικά προβλήματα, που συχνά συνυπάρχουν σε ασθενείς με καρκίνο, δυσχεραίνουν ακόμα περισσότερο την πρόσληψη τροφής.
Η δυσαπορρόφηση θρεπτικών συστατικών αποτελεί ένα άλλο μείζον πρόβλημα σε ασθενείς με όγκους στο γαστρεντερικό σύστημα, και όχι μόνο. Χειρουργικές επεμβάσεις στον γαστρεντερικό σωλήνα, όπως εκτομή τμήματος του εντέρου ή του στομάχου, επιδρούν άμεσα στην απορρόφηση των θρεπτικών συστατικών, με αποτέλεσμα έλλειμμα ενέργειας και συγκεκριμένων θρεπτικών συστατικών. Η ακτινοθεραπεία, ακόμα, ανάλογα με το τμήμα του οργανισμού που ακτινοβολείται, καθώς και οι χημειοθεραπείες, οδηγούν σε εκτεταμένη καταστροφή κυττάρων και καταστροφή απορροφητικών επιφανειών, με συνέπεια τη μειωμένη ικανότητα απορρόφησης θρεπτικών συστατικών από το γαστρεντερικό σύστημα. Έτσι, γίνεται αντιληπτό ότι πολλοί παράγοντες συντελούν σε χαμηλή θερμιδική πρόσληψη των ογκολογικών ασθενών, η οποία με τη σειρά της  οδηγεί σε μείωση του σωματικού βάρους.
Από την άλλη πλευρά, ο οργανισμός ενός ασθενή με καρκίνο βρίσκεται σε μία έντονη φλεγμονώδη απάντηση, που συνεπάγεται διαταραχή του μεταβολισμού και της χρήσης των ενεργειακών υποστρωμάτων. Η χρησιμοποίηση των πρωτεϊνών του σώματος, είτε αυτές προέρχονται από το μυϊκό ιστό, είτε από την κυκλοφορία αυξάνεται ραγδαία, προκειμένου να παραχθούν οι πρωτεΐνες οξείας φάσης. Ως εκ τούτου, η μυϊκή μάζα και η πρωτεΐνη του οργανισμού μειώνεται με σημαντικές επιπλοκές για την απόκρισή του στο νόσημα, αλλά και στη θεραπεία. Δυσλειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος και επιρρέπεια σε λοιμώξεις, αυξημένες μετεγχειριτικές επιπλοκές, ελαττωμένη απάντηση και αυξημένη τοξικότητα στις χημειοθεραπείες είναι οι κίνδυνοι που εμφανίζουν οι ασθενείς αυτοί λόγω του διαταραγμένου μεταβολισμού των πρωτεϊνών. Οι κίνδυνοι είναι ανάλογοι με την απώλεια των πρωτεϊνών του σώματος, ακόμα και αν το βάρος σώματος δεν μεταβάλλεται ή παραμένει και πάνω από τα φυσιολογικά όρια. Το τελευταίο, φαινόμενο γνωστό ως σαρκοπενική παχυσαρκία, είναι το κενό που έρχεται να συμπληρώσει ο ορισμός του 2011, στον οποίο η απώλεια λιπώδους ιστού δεν κρίνεται απαραίτητη για τη διάγνωση της καρκινικής καχεξίας, αλλά βασική προϋπόθεση αποτελεί η μείωση της μυϊκής μάζας.


Η καρκινική καχεξία, πέρα από τις επιπλοκές που αναφέρθηκαν και προηγουμένως ως απόρροια του πρωτεϊνικού καταβολισμού, έχει σημαντικό αντίκτυπο στο χρόνο νοσηλείας και τον αριθμό επανεισαγωγών του ασθενούς, στην ανάρρωση, αλλά και το κόστος θεραπείας και νοσηλείας, τόσο για τον ασθενή, όσο και για το κράτος. Συνεπώς, κρίνεται απαραίτητο οι ογκολογικοί ασθενείς να διατηρούνται σε μία όσο το δυνατόν καλύτερη κατάσταση θρέψης προκειμένου να βελτιώσουν την απόδοση της θεραπείας τους και να μειώσουν τον κίνδυνο επιπλοκών.
Από τη μία πλευρά οι μεταβολικές αλλαγές του οργανισμού των ογκολογικών ασθενών, από την άλλη η μείωση της διαιτητικής πρόσληψης λόγω παρενεργειών των θεραπειών, οδηγούν σε μία κατάσταση απώλειας βάρους και υποσιτισμού. Για το λόγο αυτό, οι ασθενείς με καρκίνο θεωρούνται μία ομάδα υψηλού κινδύνου για κακή θρέψη. Κρίνεται κρίσιμο, λοιπόν, οι ασθενείς της ομάδας αυτής να αξιολογούνται αμέσως μετά τη διάγνωση για την κατάσταση θρέψης τους, έτσι ώστε να εντοπίζονται αυτοί που βρίσκονται σε σοβαρότερο κίνδυνο και να ξεκινά η διατροφική υποστήριξη στα πρώιμα στάδια της καχεξίας. Άτομα που βρίσκονται σε καλή κατάσταση θρέψης, καλό είναι να επαναξιολογούνται ανά τακτά χρονικά διαστήματα. Η ανίχνευση μιας προχωρημένης καχεξίας, δυστυχώς, είναι μη αναστρέψιμη και η διατροφική υποστήριξη μπορεί μόνο να καθυστερήσει την εξέλιξή της, με δυσάρεστες επιπτώσεις στην αποτελεσματικότητα και την τοξικότητα της θεραπείας, αλλά και στην εξέλιξη της νόσου.
Συμπερασματικά, η καρκινική καχεξία αποτελεί ένα σύνηθες εύρημα σε ογκολογικούς ασθενείς και επηρεάζει αρνητικά τη θεραπεία και τις επιπλοκές της νόσου. Ο συνδυασμός μειωμένης πρόσληψης ή και απορρόφησης θρεπτικών συστατικών με το διαταραγμένο μεταβολισμό είναι οι αιτίες που οδηγούν σε αυξημένη απώλεια μυϊκής μάζας. Η ανίχνευσή της προχωρημένο στάδιο φαίνεται να είναι μη αναστρέψιμη και για το λόγο αυτό όλοι οι επιστήμονες υγείας που ασχολούνται με το συγκεκριμένο πεδίο, θα πρέπει να είναι ευαισθητοποιημένοι και ενημερωμένοι, έτσι ώστε να γίνεται ο εντοπισμός των ατόμων και η διατροφική υποστήριξη στα πρώτα κιόλας στάδια της καχεξίας.